Το χριστουγεννιάτικο στολίδι που κανείς δεν αγαπούσε

Λένε πως αν σπάσει ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι είναι γρουσουζιά, αλήθεια το πιστεύεις;

Τα φετινά Χριστούγεννα σαν να μη τα κατάλαβε καθόλου. Αυξημένες ώρες στο γραφείο την κράταγαν μακριά από το σπίτι. Γύριζε αργά και κάθε βράδυ το πρόσωπό της ήταν σκοτεινιασμένο. Μέρες τώρα μας είπε βγάλει έξω από την κούτα και όλα μας περιμέναμε. Τι ημερομηνία έχει σήμερα; Τι ώρα να είναι; Σούσουρο στην κούτα, ο διάλογος γινόταν βουητό. Αν είχαμε δύναμη θα είχαμε βγει έξω να της διαμαρτυρηθούμε αλλά βλέπεις δεν μπορούσαμε καν να περπατήσουμε να φτάσουμε σε εκείνον τον καναπέ. Και τι να της πούμε άλλωστε; Κανένα από εμάς δεν είχε δυνατή φωνή. Αν κάποιος μπορούσε να μιλήσει ήταν η γιρλάντα με τα μελωδικά λαμπάκια… ψιθύρισε ένα πολύχρωμο φανταχτερό στολίδι.  Αχ να άνοιγε τα φώτα του και να άρχιζε η μελωδία! Ίσως τότε την ξυπνούσαμε ίσως τα φωτάκια να της άνοιγαν επιτέλους τα μάτια: Ξύπνα καημένη, σήκω ορθή! Είναι γιορτές! Αλλά η πρίζα ήταν μακριά, μάταια τα σχέδιά μας. Η ωραία κοιμωμένη μας, φέτος δεν είχε όρεξη για χαρές και πανηγύρια. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ήμασταν ήδη στη θέση μας.

Κάθε χρόνο περιμέναμε να έρθουν οι καινούργιοι. Εμείς διπλωμένα μέσα σε φύλλα εφημερίδας, μας κράταγε στα απαλά χέρια της μας ξεσκέπαζε με ενθουσιασμό και αντικρίζαμε τα γιορτινά της μάτια! Έλαμπαν από χαρά και εμείς χαιρόμασταν που στο γυαλί μας καθρεφτίζαμε τη χαρά της: Ότι μας έδινε θέλαμε να της το δώσουμε πίσω, ανταπόδοση, το κάναμε με την καρδιά μας. Αυτό τις πρώτες μέρες. Γιατί τις επόμενες κακιώναμε. Θέριευε η ζήλια μέσα μας κάθε που ερχόταν η καινούργια φουρνιά – πόσα είναι τα στολίδια φέτος; Γίναμε πολλά φώναζαν τα προπέρυσινα ακόμα δεν έχει αλλάξει η μόδα φώναζαν τα περσυνά η μόδα θα καταστρέψει την αισθητική μας έλεγαν τα παλαιότερα. Μονάχα ένα στολίδι, από όλα το πιο παλιό καθόταν χωρίς να μιλάει.

Η πλαστική σακούλα άνοιγε. Με φθόνο κοιτούσαμε τη λάμψη τους. Έβγαιναν φιλάρεσκα και χαριεντίζονταν μαζί της. Μετρούσαμε κάθε λεπτό που τα περιεργαζόταν στα απαλά τα χέρια της. Άστα κάτω, θα θελε το καθένα από εμάς να φωνάξει. Μονάχα η πράσινη γιρλάντα λικνιζόταν πάνω στο δέντρο και μας έκανε την καμπόσα. Το χρώμα μου έλεγε πάει με όλα. Και αν είναι πιο όμορφα από εσάς, εκείνα θα χαϊδέψω! Τι θράσος που είχε ετούτη! Κάθε χρόνο τα ίδια. Σε κάποια από εμάς φούντωνε η γιορτή και καταριόντουσαν: Αχ ! Έτσι όπως τα κρατά στα χέρια της να πέσει ένα κάτω και να σπάσει! Και να που φέτος, μας βρήκε εμάς η κατάρα. Θα σας τα διηγηθώ όπως ακριβώς έγιναν:

Ένα από αυτά τα σκοτεινά της βράδια ακούσαμε βήματα. Γοργά, συφοριασμένα. Άνοιξε την κούτα και είπαμε αμήν! Ήρθε η ώρα μας να βγούμε, αλλιώς εκείνη υπολόγισε όμως. Τα χέρια της έτρεμαν μας έσπρωχνε ένα έστελνε από εδώ ένα από εκεί. Άγρια και άγαρμπα μας έγδυνε από την εφημερίδα. Καλή χρονιά 2012, Καλή χρονιά 2013, Χαρούμενα Χριστούγεννα, Καλός ο νέος χρόνος, έγκλημα, φονικό, νέα και ειδήσεις πετάχθηκαν δώθε και κείθε, τι έψαχνε τι αναζητούσε; Ένα από εμάς, ένα μικρό καυχήθηκε: Μη σκοτίζεστε εμένα αναζητά! Ήταν αστραφτερό και η λάμψη του έμοιασε να γίνεται όλο και πιο δυνατή – κατακόκκόνο  με μια τεράστια καρδιά στη μέση. Έτσι το ονομάζαμε: Το στολίδι της αγάπης! Καυχήθηκε πως ήταν τάχα το πιο όμορφο. Καυχήθηκε πως φέτος θα είναι το πρώτο που θα στολίσει το έλατο: Εδώ είμαι, με αναζητάς της φώναξε!

Και εκείνη άκουσε. Το ακούμπησε απαλά. Το σήκωσε ψηλά και εκείνο έλαμπε ακόμα πιο πολύ! Ήταν το εκλεκτό της; Σούσουρο μέσα στο κουτί: Γιατί εκείνο και όχι εγώ; Γιατί όχι εγώ το αγαπημένο; Γιατί αγαπά εκείνο και όχι εμένα; Γιατί εκείνη και όχι εμένα; Ξάφνου μπεδεύτηκαν φωνές ανθρώπινες με τις φωνές των στολιδιών! Η κυρά, σωπάστε! Η κυρά φωνάζει! Σάλεψε η γιρλάντα και ξεμύτισε λίγο από το κουτί να δει τι συμβαίνει. Το χει στα χέρια της μας είπε. Το στολίδι της καρδιάς φοβάται! Πρώτη φορά τη βλέπω έτσι, τόσο αγριεμένη, τόσο φοβισμένη, τόσο! Γιατί; Πες μας τι κάνει; Το έχει στην αγκαλιά της! Κλαίει,το φιλάει και το αγκαλιάζει στα στήθια της – μη, μη το πιέζεις τόσο πολύ θα σπάσει! Χριστέ μου, σταμάτα τι κάνεις; Σταμάτα! Ήταν δώρο ακριβό.

Ένας κρότος ακούστηκε. Μπαμ! Το στολίδι της αγάπης προσέκρουσε στον τοίχο. Θρύψαλα στο πάτωμα, τα χρυσά κομμάτια του παντού. Πάγωσε η κούτα και σωπάσαμε. Κάθε χρόνο είχαμε ατυχήματα. Η κυρά καμιά φορά γινόταν απρόσεκτη. Κάποια στολίδια έφευγαν από τα χέρια της και τα χάναμε. Θυμάμαι το πράσινο, το κόκκινο με τη χρυσόσκονη και το δαμασκηνί με την εικόνα του Άγιου Βασίλη. Αλλά τούτο, δεν ήταν ατύχημα τούτο ήταν … δολοφονία! Χωθήκαμε όλα μέσα στις εφημερίδες, κοιτάξαμε στη φάτνη και κάναμε το σταυρό μας. Προστάτεψέ μας! Φυλαξέ τη. Σωπάσαμε όλα και κοιμηθήκαμε βαθιά. Γυρίσαμε στη σιωπή σαν να ήταν καλοκαίρι. Ήταν η πρώτη φορά που ευχηθήκαμε να επιστρέψουμε στην αποθήκη. Εκείνη τη νύχτα κανένα δεν ήθελε να λάμψει. Η γιρλάντα έπεσε στο βάθος της κούτας και διπλώθηκε σαν φίδι. Σε χειμερία νάρκη. Από μακριά ακούγονταν τα αναφιλητά της. Ευτυχώς πήγε στο δωμάτιό της και εκείνη να αποκοιμηθεί.

Πέρασαν μέρες τρεις σε αυτή την ηρεμία. Έφευγε το πρωί γυρνούσε βράδυ. Αφωνία. Χτυπούσε το τηλέφωνο εκείνη δεν απαντούσε. 21 Δεκέμβρη 2013 και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Το έλατο μοιάζει να έχει ψηλώσει. Το άστρο μας το είπε, που κάθε χρόνο έχει την έννοια να ανέβει στο θρόνο. Κοίταζε κρυφά από τη χαραμάδρα και μας είπε ότι πρέπει να έχει πάρει τουλάχιστον δέκα πόντους, γιατί είναι μια ποικιλία ελάτου εξαιρετική που επιβιώνει μέσα σε γλάστρες, παίρνει απότομα μπόι και άλλες τέτοιες αηδίες έλεγε φωναχτά για να το καλοπιάσει. Και η γιρλάντα εκνευριζόταν: Και αν έχει μεγαλώσει τόσο πολύ και χρειαστεί μαζί μου να το στολίσει και άλλη; Έκανε να ανασκουμπωθεί και να αφρατέψει μη τυχόν και πουν πως είναι ξεπουπουλιασμένη. Σωπάστε πια φώναξε το πιο παλιό. Σωπάστε πια με τις ανοησίες! Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται; Σωπάστε με τις αηδίες! Φέτος, θα πεθάνουμε όλοι

Τρομάξαμε ακούγοντας εκείνη την κραυγή. Τα περισσότερα από εμάς νομίσαμε πως το γεροστολίδι ήταν αδύναμο και δεν μπορούσε να μιλήσει. Μέρες τώρα, ακόμα και μετά τη δολοφονία καθότανε βουβό. Και λέγαμε πως είναι σύμπτωμα της ηλικίας. Από όλα τα στολίδια το γεροστολίδι είναι το πιο παλιό. Τα χρώματά του είναι πια ξεθωριασμένα. Από όλα τα στολίδια είναι εκείνο που βγαίνει κάθε χρόνο τελευταίο. Το παίρνει στα χέρια της το φιλά και το βάζει στην πιο περίοπτη θέση, λίγο πιο κάτω από το άστρο, στο ύψος των ματιών για να το βλέπουνε όλοι. Θαρρούσαμε μέχρι σήμερα πως ήταν κάποια παραξενιά. Τι να βλέπουνε; Την ξεθωριασμένη του όψη; Γραμμένο πάνω του με χρυσόσκονη «Χαρούμενο το 1983». Το 1983! Ευτυχώς που η χρυσόσκονη έχει ξεθωριάσει και αυτή να μην το βλέπουνε καλά, να μη γελάνε. Μα όταν μιλά, όλα μας σιωπούμε, εκείνο ξέρει για να μιλάει: Μόνο του πια χαμένο σε μνήμες, είναι το γεροστολίδι τα έχει όλα δει. Χαρές, γιορτές, αγάπες και θλίψεις της κυράς. Κανένα από τη γενιά του δεν έχει απομείνει. Έσπαγαν όλα από την απροσεξία της. Εκείνο όμως το άφηνε τελευταίο, το πρόσεχε μη τυχόν το τραυματίσει. Λένε πως το γεροστολίδι είναι κειμήλιο του μπαμπά της. Τι και αν είναι άσχημο πολύ εκείνη το έχει σαν χριστουγεννιάτικο βασιλιά της. Και όλα τα άλλα το ζηλεύουνε και όλα το κοροϊδεύουν για τη μεγάλη του ηλικία. Δεν είσαι της μόδας του είπε πέρυσι ένα θρασύ. Είσαι του 1983. Δεν πρόλαβε να το πει και έπεσε από τα χέρια της κυράς. Από τη μέρα κάποια το φοβούνται κιόλας. Θαρρούν πως η έχει ακόμα και τη δύναμη να καταριέται. Νεκρική σιγή, λοιπόν στο άκουσμα του κακού οιωνού. Φέτος, θα πεθάνουμε όλα! Εκείνο ξέρει: Είναι το μόνο που είδε τα μάτια της κυράς, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί. Ήταν εκείνο που πρωτόδε τη ματιά της.

«Θα πεθάνουμε όλα και πρώτα από όλα και κυρίως εγώ. Η κυρά έχασε την αγάπη. Πάνε πολλά χρόνια που κάθε χρόνο κοιταζόμαστε στα μάτια βαθιά. Τα μάτια των ανθρώπων δεν έχουν ξέρετε μπογιά δεν ξεθωριάζουν. Είδε πάνω κάτω χαρακιές αλλά αν γνωρίσετε τα μάτια των ανθρώπων δεν αλλάζουν. Τα μάτια των ανθρώπων είναι το μόνο όργανο που δεν αλλάζει δε μεγαλώνει δε γερνά. Τι αν τριγύρω χρόνο με το χρόνο βλέπεις χαρακιές. Την ξέρω καλά είναι η ίδια, τόσα χρόνια η ίδια. Έβλεπα χρυσό στα βλέφαρά της, βάζουν και οι άνθρωποι χρυσόσκονη αλλά η λάμψη αυτή δεν κρατά πολύ φεύγει όταν ξεπλένουν τα φτιασιδώματά τους. Τα χέρια τους δεν είναι πάντα τόσο δυνατά να σε κρατήσουν. Δεν είναι γερά κλαδιά του έλατου να νιώθεις ασφαλής. Σε αφήνουν αν φύγει η αγάπη. Αν τους αφήσει πέφτουν και εκείνοι. Βλέπεις ο άνθρωπος δεν είναι στολίδι αλλά μοιάζει τόσο πολύ. Και οι άνθρωποι γερνάνε. Θυμούνται και εκείνοι: Χαρούμενο το 1983. Και το χειρότερο πράγμα που μπορεί να τους συμβεί, είναι να χαθεί η αγάπη. Η κυρά μας την έχασε, το στολίδι της αγάπης έχει φύγει. Όσα από εσάς ήσασταν δώρα αγάπης, θα πεθάνετε» είπε και κρύφτηκε μέσα στις εφημερίδες.

Και τότε ξεκίνησε βαβούρα πολλή! Ποια από εμάς ήμασταν δώρα και ποια όχι! Θεέ μου με είχαν κάνει δώρο οι φίλες της! Αλλοίμονο, ήμουν του πρώην της το καλόπιασμα, θα με σπάσει και εμένα σαν το στολίδι της αγάπης; Μέχρι και η γιρλάντα ταράχτηκε: Πείτε μου την αδερφή της δεν την αγαπά; Θα με ξεπουπουλιάσεις; Και με όλα εμάς που μας αγόρασε η ίδια… με αγάπη; Ανάθεμά τη, ήτανε και γουστόζα η άτιμη θα μας διαλύσει. Και τώρα τι θα κάνουμε; Αχ να μπορούσαμε να βγούμε έξω να διαμαρτυρηθούμε. Να ικετεύσουμε να μη μας διαλύσει, να μη γίνουμε κομμάτια θρύψαλα, να παρακαλέσουμε να μην μας αγαπάει!

Μονάχα ένα στολίδι δε φοβήθηκε. Μονάχα εμένα δεν αγάπησε ποτέ. Μονάχα εμένα δε θα διαλύσει. Μονάχα εμένα δεν κοιτούσαν τα μάτια της ποτέ ούρλιαξε ένα μικρό χρυσό στολίδι.

«Με άρπαζε στα χέρια της αδιάφορα και με έβαζε πάντα στο πίσω μέρος του δέντρου. Να μη με βλέπει κανείς. Μακριά από τα λαμπάκια να μη φωτίζομαι. Να μη βλέπω τι γίνεται στο σπίτι τις γιορτές. Ποιοι μπαινόβγαιναν και ποιοι γλεντούσαν. Στο πίσω μέρος, κοιτούσα στο παράθυρο. Έβλεπα περαστικούς όχι καλεσμένους όπως εσείς. Γνωρίζω όλων των λογιών τους ανθρώπους. Τους ξέρω καλύτερα και από το γεροστολίδι. Ναι καλύτερα!

Οι άνθρωποι ξέρεις γεροστολίδι έχουν χέρια δυνατά και κάνεις λάθος. Ξέρεις πόσες φορές με πίεσε έτοιμη να με σπάσει; Περαστικός με είχε κάνει δώρο. Ένας από εκείνους που αντιπαθούσε. Της είπε κάποτε πως την αγαπά και εκείνη γέλασε. Άραγε τον θυμάται; Λάθος πως τα μάτια του ανθρώπου δε γερνούν. Κάθε χρόνο κοιτώ το μίσος της να μεγαλώνει. Πως τόλμησε ο άχρηστος; Δεν μου αξίζει. Και τα φτιασιδώματά της κρατούν πολύ περισσότερο από όσο φαντάζεσαι. Χρόνια παρακαλούσα να ήμουν εγώ το αγαπημένο της αλλά δεν έγινα ποτέ. Χρόνια παρακαλούσα κάποιος από τους καλεσμένους της να με αγαπήσει. Ένα παιδάκι να με πιάσει στα χέρια του και να του πει: Σ’ αρέσει; Πάρτο. Αλλά με καταχώνιαζε εκεί που δεν μπορούσε κανείς να με δει. Με έκρυβε γιατί το σχέδιό μου δεν είχε φαντασία. Είναι σκληρή γυναίκα. Ξέρεις πως ένιωσα όταν έσπασε το στολίδι της αγάπης; Ευτυχία!

Υπήρξαν φορές που ήθελα να είμαι εγώ στη θέση του μα δε γινόταν. Υπήρξαν στιγμές που ευχόμουν να είμαι εγώ εκείνο μα δεν ήμουν ποτέ. Και να που τώρα είμαι εγώ εκείνο το στολίδι που θα επιβιώσει. Εκείνο το στολίδι που δε δέχτηκε ποτέ την αγάπη της θα είναι ο νικητής. Μα δε θα χαρώ να σας δω να σπάτε σε χίλια κομμάτια. Αν ζήσω δε θα ανέβω μόνο μου στον έλατο, αν ζήσω δε θα έχει καμία σημασία. Ξέρετε, υπήρξε μια χρονιά που δεν με άγγιξε καν… Υπήρξαν Χριστούγεννα που έμεινα μόνο μου μέσα στην κούτα. Οι εφημερίδες έπεφταν πάνω μου και αναρωτιόμουν: Εμένα δε θα με αγγίξει; Εμένα δε θα με δει; Εδώ είμαι, σχεδόν ικέτευα παρακαλούσα αλλά δεν είχε καμία σημασία. Όπως και εκείνος ο περαστικός που έδωσε αλλά δεν πήρε αγάπη.

Και τι δε θα έδινα να με αγαπήσει έστω και μια στιγμή όπως εσάς. Και τι δε θα δινα να με κοιτάξει στα μάτια, να με ακουμπήσει με στοργή. Πόσο της μοιάζω. Και εκείνη τα ίδια μονολογεί όταν κάθεται τα βράδια της στον καναπέ».

«Αν κάποιος μπορούσε να μιλήσει ήταν η γιρλάντα με τα μελωδικά λαμπάκια… ψιθύρισε ένα πολύχρωμο φανταχτερό στολίδι.  Αχ να άνοιγε τα φώτα του και να άρχιζε η μελωδία! Ίσως τότε την ξυπνούσαμε ίσως τα φωτάκια να της άνοιγαν επιτέλους τα μάτια: Ξύπνα καημένη, σήκω ορθή! Είναι γιορτές! Να βρει ξανά αγάπη, να βρει αγάπη και για σένα, μικρό καημένο!»

«Είναι μάταια τα σχέδιά σας. Η μπρίζα είναι μακριά…» Και τότε το μικρό χρυσό στολίδι βρήκε τη δύναμη που δεν είχε βρει ποτέ. Πετάχτηκε πάνω με ορμή απόρησαν τα άλλα! Σκαρφάλωσε πάνω στα χαρτιά των εφημερίδων κρατήθηκε με το άγκιστρό του από την φιλάρεσκη γιρλάντα. Μα πώς το κάνει; Έφτασε με μανία ως την κορυφή! Το έλατο από μακριά το είδε: Τι κάνεις; Πώς…; Που πας; Απέναντί του η κυρά καθόταν αμέριμνη μπροστά στη σόμπα, συλλογιόταν. Ο νους της ταξίδευε στην αγάπη της που έφυγε μακριά. Εδώ είμαι, φώναξε εκείνο.

Κρότος. Αυτό είναι αγάπη.

Το μικρό θαρραλέο χρυσό στολίδι γλίστρησε από την κούτα και έγινε χίλια κομμάτια. Η θλίψη του ακούστηκε σε όλο το δωμάτιο η κυρά πετάχτηκε από τον καναπέ να δει τι συμβαίνει; Το βλέμμα της έπεσε πάνω στην κούτα με τα στολίδια. Πώς έσπασε; Ποιος το έβγαλε από τη θέση του; Ότι και να έγινε είναι γούρι!  Λες; Λες να το στολίσω τελικά; Έτρεξε να φέρει τη σκούπα και το φαράσι πριν ξεκινήσει να μαζέψει τα σπασμένα. Ω! Ένα μικρό χαρτάκι ανάμεσα στα θρύψαλα, με ένα τηλέφωνο και ένα παλιό γνώριμο όνομα γραμμένο. Εκείνος, για δες! Τα Χριστούγεννα είχαν ήδη ξεκινήσει.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s