σε χρειάζομαι

sumi

Δεκαπενταύγουστος. Το πρόσωπό της δεν ήταν όμορφο όπως το περίμενε. Πέρασε ένας χρόνος. Θα είμαι εκεί του είχε πει πέρυσι. Στις 15 του μήνα. Θα είμαι μαυρισμένη το δέρμα μου θα είναι θελκτικό. Σε χρειάζομαι. Θα είμαι εκεί. Εδώ είμαι. Είναι ΄το σκοτάδι ή κάνω λάθος; Ναι είδα φως είδα στο ορκίζομαι αλλά τώρα είμαστε στο σκοτάδι. Εκείνα τα κρύα πρωινά που ξαγρυπνούσα, σαν ανέβαινε ο ήλιος ψηλά, νόμισα πως ήσουν εσύ. Ξημέρωνε και φανταζόμουν πως είναι σήμερα. 15 Αυγούστου. Έλα κοντά, μη με φοβάσαι. Έβγαινα λίγο στον ηλιο όσο άντεχα να πάρω το χρώμα που ήθελες. Μετά κρυβόμουν.

Mα είσαι μαύρη.

Κατάμαυρη. Τα μάτια της άλλαξαν χρώμα ή ήταν το σκοτάδι που δεν τον άφηνε να δει; Όχι, ήταν κατάμαυρα και αυτά. Σε χρειάζομαι ψέλλισε, έπειτα έσκυψε στα γόνατα, η τρομάρα του ήταν τόσο μεγάλη, δεν ήταν η ίδια. Έσκυψε το κεφάλι τα βλέφαρα έπεσαν, τα γόνατα της άρχισαν να γδέρνονται μα πως; Αίματα σκέπασαν τα πόδια της σήκωσε τα πόδια της να τα δείξει. Πώς ματώνεις; ; Δε σέρνεσαι. Πνίγομαι. Τα πόδια της ολόλευκα όταν σήκωσε τη μακριά της φούστα. Δες.

Τα μαλλιά της ήταν τόσο βρώμικα, θα έλεγες πως έμοιαζαν με θάμνο, από εκείνους που συναντάς στα πιο απόμερα σημεία. Μούχλα, τρίχες άσπρες λαδωμένες, άσχημη γριά. Ναι βρωμάω είπε. Κάτω από το μαύρο δέρμα της διέκρινε ρυτίδες, πολλές ρυτίδες, το πρόσωπό της ήταν τόσο εύθραυστο και έτοιμο να σπάσει σε χιλιάδες μικρά κομμάτια. Μη χαμογελάσεις. Σε παρακαλώ φοβάμαι.

Είσαι τόσο βρώμικη και σιχαμένη, απορώ πως ήρθες έτσι να με δεις. Ένα χρόνο σε περίμενα, μπορείς να μου πεις γιατί; Αυτές τις πάχνες στα μαλλιά σου τουλάχιστον ας έδιωχνες. Βράζει το μυαλό μου. Τι σκέφτεσαι; Σαν ρώτησε ορθώθηκε αργά μπροστά του. Ένα θεριό σηκωνόταν και ύψωνε ύψωνε … Είσαι τεράστια! Πώς; Ορθώθηκε και άρχισε να γελάει. Διαβολεμένο γέλιο αργό άνοιγε το στόμα της και το δέρμα της έσπαγε, οι ρυτίδες γίνονταν χαρακιές αίμα και στο πρόσωπο. Είσαι τέρας! Σταμάτα να το κάνεις αυτό μέρα που είναι, βλασφημία. Τέρας

Σε χρειάζομαι, φώναξε εκείνη.

Το βάζει στα πόδια. Τρέχει, αναρωτιέται γιατί ήρθε εδώ, στο μυαλό του έρχονται τόσα ματαιωμένα ταξίδια, το έκανα για να σε συναντήσω, τρέχει έρχονται στο μυαλό του όμορφα πρόσωπα, αναμνήσεις, δεκαπενταυγουστιάτικα ηλιοβασιλέματα τα πανηγύρια του χωριού; Και εκείνος γιατί ήρθε σε αυτόν τον καταραμένο τόπο;

Οι ήχοι έχουν σταματήσει, πρέπει να έχει χαθεί για τα καλά μέσα στο δάσος. Η μουσική σώπασε, ρίχνει μια κλεφτή ματιά πίσω του. Δεν τον κυνηγά πια… στέκεται μια στιγμή. Παίρνει βαθιές ανάσες. Ξαποσταίνει. Κάνει να παρακαλέσει για βοήθεια. Ενώνει τις παλάμες κοιτά στον ουρανό. Σκοτάδι, αστέρια δεν έχει απόψε, χαμηλώνει το βλέμμα του: Είναι μαύρα, τα χέρια του είναι μαύρα! «Με μόλυνε η βλάσφημη» και σταματά την προσευχή. Σςς κάτι ακούγεται, κάτι είναι πίσω από το θάμνο.

Κάνει μια αθόρυβη στροφή, δε βλέπει τίποτα. Που είναι; Τα πόδια του αρχίζουν να τρέμουν νιώθει παγιδευμένος. Και μια περίεργη αίσθηση στα γόνατα, ένας ελαφρύς πόνος που όσο περνά η ώρα γίνεται όλο και πιο έντονος. Δεν κοιτά, τα αγγίζει. Είναι αίμα! Μα πώς; Χαμηλώνει. Το ανάστημά του αγγίζει το χώμα. Αν δεν μπορεί να είναι περήφανος θα είναι ταπεινός. Ίσως έτσι σωθεί. Τώρα που κανείς δεν τον βλέπει. Σςς κάτι ακούγεται πάλι από το θάμνο.

Σε χρειάζομαι.

Κάνει να τρέξει και πάλι μα δε μπορεί να κουνηθεί καν. Τα πόδια του σαν να ρίζωσαν εκεί ποτίζοντας με αίμα το χώμα.

Σε χρειάζομαι. Μπορείς ;

Τα χέρια του αρπάζουν όσο πιο δυνατά το γρασίδι λες και θα σωθεί αν κρατηθεί από κάτι τόσο αδύναμο. Και αν με αρπάξει;

Έλα σε χρειάζομαι.

Κάποια περίεργα ζωύφια ανηφορίζουν τις φλέβες του ανεβοκατεβαίνουν πάνω τους ο παλμός του πάει να σπάσει, στην αρχή τον γαργαλάνε έπειτα τον τσιμπούν, θέλουν να μπουν μέσα του, ανίκανος, αδύναμος να αντιδράσει. «Θα φύγω» ψιθυρίζει… Αν μείνω εδώ μέχρι το πρωί θα τα καταφέρω… Θα ξημερώσει, θα φοβηθεί, θα φύγει, είναι μαύρη.

Ο ήλιος με έκανε έτσι, σου θυμίζω … Σε χρειάζομαι

Οι ώρες περνούν… Κάτι ακούγεται πάλι! Είναι μουσική! Λες το χωριό να κατάλαβε ότι λείπω; Λες να με ψάχνουν; Και αν με ψάχνουν γιατί … γιατί με ψάχνουν με μουσική; Ίσως είναι εκείνη η μπάντα που έπαιζε το πρωί στο λιμάνι… Αλλά τι δουλειά έχει η μπάντα μέσα στο δάσος τέτοια ώρα; Τι ώρα είναι; Λες να ξημερώνει; Λες να είναι μεθυσμένοι και να έχασαν το δρόμο; Θεέ μου βοήθα με, το ξέρω το έχω ζητήσει πολλές φορές αλλά τώρα πραγματικά πρέπει να το κάνεις.

Σε χρειάζομαι. Πάψε βρωμιάρα, πάψε μα μου μιλάς, δεν ακούς τους μουσικούς που έρχονται; Μεθυσμένοι, ξεμέθυστοι εκείνοι θα με σώσουν.

Νιώθει ένα άγγιγμα στα πόδια του. Χάδι είναι, του λέει

Κάνει μια απότομη κίνηση και κλωτσά το μίασμα που ήρθε κοντά του. Από το πόδι του σπάει μια φλέβα, λυγιέται από τον πόνο πέφτει κάτω. Οι μουσικοί έρχονται όλο και πιο κοντά, δε φοβάται θα τον σώσουν. Φωνάζει όμως. Πονάω…

Είναι δειλοί, δε θα μας σώσουν. Θα ξαποστάσουν στο ρέμα περιμένοντας να τους βρει η αυγή. Κάτω από τις λυγιές έχει όμορφο ίσκιο και ο ύπνος μέχρι αργά το πρωί είναι γλυκός. Είναι ξένοι, γύφτοι και δεν έχουν που να μείνουν. Κάθε δεκαπενταύγουστο τριγυρνούν από ωριό σε χωριό αυτό είναι το μέρος που καταλήγουν σαν η γιορτή τελειώσει. Κάποιος ήδη σε άκουσε αλλά λέει ότι είναι παραισθήσεις από τη μέθη…

Και εσύ που το ξέρεις;

Εκείνα τα πρωινά που οι πάχνες άσπριζαν τα μαλλιά μου και ο ήλιος με έκαιγε, εκείνες τις μέρες τους παρακολουθούσα, κρυβόμουν εδώ.  Σε περίμενα, η φωνή της έρχεται όλο και πιο κοντά όσο μιλά ξαφνικά σωπαίνει. Σε περίμενα να έρθεις. Ήμουν βέβαιη ότι θα με βρεις άσχημη πολύ αλλά νόμισα ότι το ήξερες. Νοιάστηκες ποτέ; Κάθε ρυτίδα μου ήταν στο λογισμό σου. Και έπειτα, το δέρμα μου γινόταν μαύρο. Όταν έφευγε η νύχτα τρόμαζα. Καιγόμουν, άλλαζε η όψη μου κάθε μέρα και από λίγο. Τον δεκαπενταύγουστο όμως γίνονται θαύματα. Είπα ίσως καταφέρεις να με δεις. Είπα να προσευχηθώ αλλά δεν είχα δικαίωμα να το κάνω. Είμαι δική σου. Θαρρείς λοιπόν πως ήθελα να σου κάνω κακό.. Έτρεξες. Δική σου είμαι, βρώμικη, αφέντη.

Ένα μόνο δικαίωμα έχω να σου ζητήσω: Αν δε με θες μη με διαβάσεις. Μη με διαβάσεις!

Η μουσική σταματά σιγά σιγά… Ναι έχει δίκιο ένας- ένας αποκοιμιούνται ο ύπνος στις λυγιές είναι γλυκός… ίσως δε σωθώ από δαύτη ποτέ. Νιώθει κάτι υγρό στο αυτί του πετάγεται και τα χέρια του ξεκολλούν από τις λάσπες, δεν τολμά όμως να γυρίσει το κεφάλι. Βρώμικα σάλια τώρα κυλούν στο λαιμό και μια βρώμικη ανάσα… Σε χρειάζομαι. Πάψε βρωμιάρα, πάψε…

Εκείνη τον αγκαλιάζει. Ανατριχιάζει ολόκληρος. Στην αρχή από τρομάρα, έπειτα… Εγώ είμαι θυμάσαι; Μπορώ να σε ζεστάνω. Σήκω πάνω είναι ο ήλιος τους που ανατέλλει εκείνος με έκανε μαύρη σήκω προλαβαίνουμε. Είναι η τελευταία μας ευκαιρία Εκείνος φοβάται, λυγάει το σώμα του τώρα ρίζωσε ολόκληρος μέσα στο χώμα ακόμα πιο στενά τον αγκαλιάζει εκείνη, δεν είναι η ζεστασιά της είναι ο ήλιος. Χριστέ μου τι ζέστη είναι αυτή νιώθω να φλέγομαι. Ο ιδρώτας που βγαίνει από το μέτωπό του μεμιάς στεγνώνει αρχίζει να διψά, κάνει να στριφογυρίζει με δύναμη ξεκολλά τα χέρια του από το χώμα, γεμίζουν πληγές και άλλες πληγές τα καταφέρνει γυρνά ανάσκελα, που είναι έχει φύγει από πάνω του, ο ήλιος τον τυφλώνει καίγεται, τα χλωρά ξεραίνονται βλέπει φλόγες  κάνει να βγάλει κραυγή, να φωνάζει τους γύφτους που παίζουν μουσική το στόμα του παγώνει: Σε χρειάζομαι ψιθυρίζει.

Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν ολάκερο το νησί σηκώθηκε στο πόδι. Άντρες και αγόρια έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά. Ένας μανιασμένος άνεμος δεν τους άφηνε να πλησιάσουν και εκείνη φούντωνε όλο και πιο πολύ. Γιγάντωσε και έφτασε μέχρι τα πρώτα σπίτια. Έκαψε πρώτα το σπίτι του Βαγγέλη, έπειτα ο δήμαρχος ήταν ξεροκέφαλος και δεν καταδεχόταν βοήθεια από την Τουρκία. Ο λιμενάρχης ούρλιαζε στο τηλέφωνο που έκανε στην Αθήνα. Μαύρος καπνός τα σκέπασε όλα. Οι γυναίκες ξαγρυπνισμένες από το πανηγύρι φώναζαν έλεγαν είναι σημάδι κακό να συμβεί τέτοια συμφορά την επομένη της Παναγίας. Φταίνει οι γύφτοι που ‘ρθαν από απέναντι να παίξουν μουσική έλεγαν άλλες έπειτα ο νους τους πήγε σε εκείνο το μουσαφίρη… Πού είναι αυτός ; Εκείνος έβαλε τη φωτιά! Αυτός ο καταραμένος φταίει, τον είδα να φεύγει τρέχοντας σαν τρελός να μουρμουράει, έτρεχε και μπήκε στο δάσος. Ήταν δαιμονισμένος!

Ήταν ο παπάς που θορυβήθηκε και έτρεξε με άλλους δυο τρεις να τον αναζητήσουν. Εκείνοι τον βρήκαν πίσω από τις λυγιές, ξεψυχούσε ανάσκελα, μουρμούραγε σε χρειάζομαι, σαν τον είδε και άνοιξε τα μάτια του στραβώθηκε, και τόλμησε να πει… Μη με διαβάσεις! Σώμα που αρνιόταν τη ψυχή! Σάστισαν με το δαιμόνιο και έτρεξαν να φύγουν. Θεώρησαν πως ήταν το σωστό να το αφήσουν το κακό εκεί να καεί. Έπειτα έκαναν συμβούλιο, ο παπάς, ο δήμαρχος και εκείνοι οι δυο τρεις που ήταν μάρτυρες και τα μάτια τους τα κατέγραψαν όλα. Ο χωροφύλακας αρνήθηκε να συμμετάσχει. Το πτώμα δεν έπρεπε να μείνει εκεί… και τι θα έλεγαν στην Αθήνα; Κάποιος έπρεπε να έρθει να το αναγνωρίσει. Ήταν ατύχημα, ενδεχομένως να ήταν ο εμπρηστής αποφάνθηκε ο χωροφύλακας στα κεντρικά γραφεία. Διεξάγουμε έρευνες για τη συμμετοχή των γύφτων είπε αφήνοντας το ακουστικό και εκτελώντας του χωριού τη διαταγή.

Την επόμενη μέρα το βαπόρι γέμισε με κόσμο. Βιάζονταν όλοι να κόψουν εισιτήριο να φύγουν. Οι σοδειές καταστράφηκαν, το ελαιοτριβείο έκλεισε, η κόρη της κυρά Μάγδας αρρώστησε βαριά και έφυγε, ο γιος του δημάρχου τρελάθηκε και έφυγαν για Λέρο. Σημεία και τέρατα, πράγματα πρωτόγνωρα για το νησί. Λυπάμαι κύριοι. Φέτος δε δεχόμαστε μουσαφιρέους στο νησί. Θα πρέπει να πάρετε το σκάφος σας και να επιστρέψετε πίσω στον τόπο σας. Μπορείτε να πιάσετε και το λιμάνι στη Ρόδο που είναι κοντά. Φέτος το δεκαπενταύγουστο δε δεχόμαστε ξένους στο νησί. Το έκαναν τάμα οι γυναίκες στο νησί. Είστε ανεπιθύμητη, είπε τελειώνοντας ο δάσκαλος. Απορώ που δε σας είπαν τίποτα όταν ξεκινήσατε να έρθετε εδώ.

«Ανόητε, δε μπορώ να φύγω τέτοια ώρα. Πρέπει να με βοηθήσεις να μείνω. Σε χρειάζομαι», απάντησε εκείνη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s