One night stand

one

Τις νύχτες του, θα ΄θελε να τις περνά ελεύθερος. Τις μέρες του, η ζωή τον κυνηγούσε. Ένα βράδυ όμως, το είχε αποφασίσει: θα την κυνηγούσε αυτός. Εκείνο το βράδυ, δεν τα κατάφερε:

-Θα θελα να μου μιλάς με λέξεις. Όχι με νοήματα, όχι με νεύματα, μη κουνάς το κεφάλι, μη χαμηλώνεις βλέμμα. Εδώ, κοίτα λίγο εδώ…Κατάλαβες; με λέξεις…Θα φύγεις τελικά ε; Θα φύγεις. Κάτσε μια στιγμή, περίμενε. Στάσου. Που πας. Να το ξέρεις, θα σε κηνυγήσω. Mη μ΄ αφήνεις. Στάσου.

Οne night stand. Για όσους αγάπησαν ένα στιγμιαίο έρωτα.

Οι δείκτες ενός ρολογιού τρελάθηκαν. Τρεις δείκτες άρχισαν να τον καταδιώκουν. Κίνησεις περιστροφικές, δώδεκα αριθμοί του έκλειναν το δρόμο, λεπτά, δευτερόλεπτα του έβαζαν τρικλοποδιές, στιγμές πολλές ούτε καν θυμάται πόσες, του επιτέθηκαν. Μια από αυτές τον στρίμωξε στη γωνία, τον χτύπησε ανελέητα.

Τη μάχη την έχασε εύκολα, στο δεύτερο, στο τρίτο χτύπημα ζαλίστηκε, έπεσε χάμω. Κόσμος μαζεύτηκε γύρω του να δει τι έχει συμβεί. Μάταια, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει. Τόσος χαμός για ένα και μόνο γαμήσι; Για μια νύχτα; Μια κυρία έγειρε πάνω του προκλητικά, μέσα στη θολούρα του, μπορούσε να διακρίνει τα βυζιά της. Νόμισε πως του την πέφτει. Εκείνη όμως, έσκυβε για να δει τα κωλομέρια της ένας νεαρός που καθόταν ξοπίσω της αλλά το παιδί ήταν αδερφή, γούσταρε και κοιτούσε επίμονα  ένα φουσκωτό που καβλαντιζόταν με μια τουρίστρια. Ένας γέρος δίπλα τους ξερογλειφόταν, είχε καιρό να καβλώσει και πήγε στη τουαλέτα να τραβήξει μαλακία. Στην τουαλέτα, μια σερβιτόρα πίπωνε ένα μεθυσμένο. Η πόρτα έμεινε κλειστή αλλά ο γέρος πήρε μάτι. Τόσος χαμός για ένα γαμήσι…Για ένα βράδυ. Όλοι τους αναρωτήθηκαν. Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει.

Αν γινόταν, θα ήθελε να μη το είχε ζήσει. Θα ήθελε εκείνο το βράδυ να είχαν κυλήσει όλα φυσιολογικά. Θα είχε φύγει από τη δουλειά, περίπου στις δώδεκα. Θα είχε φτάσει σπίτι στις δώδεκα και κάτι. Δώδεκα και μια στροφές, γύρω από το τετράγωνο όπως κάθε βράδυ, για να  βρει να παρκάρει. Κάθε βράδυ, όλοι είχαν ήδη βρει τη θέση τους. Εκείνο το βράδυ θα έβρισκε και αυτός τη δική του. Λογικά.

Έξοδος 12. Αν είναι τυχερός, ίσως,προλάβει. Ταχύτητα πέμπτη, το κοντέρ μετράει τις κάβλες του, έχει αρχίσει να τρέχει πολύ το αυτοκίνητο όμως είναι καινούργιο γερμανικό αντέχει, αντέχει πολύ, πλησιάζει και έχει ακόμα μια ευκαιρία να τα ξεχάσει όλα. Έξοδος…Στα 100 μέτρα, στίψτε δεξιά. Στρίψτε δεξιά, στίψτε δεξιά, δεξιά, δεξιά…Όχι, είναι πια αργά.

-Ήταν αργά. Το καλοκαίρι τελείωνε αλλά η γειτονιά ακόμα αναστέναζε από τις κάψες της. Στην είσοδο της πολυκατοικίας συνάντησα την κυρα Τασία παντρεμένη με τρία παιδιά, την Τασία που ο σύζυγος της, την παραμελεί τον τελευταίο καιρό. Τι κάνετε καλησπέρα- καλά αγόρι μου – μου είπε η κυρά Τασία προσπαθώντας να κρύψει το φρεσκογαμημένο της μουνί. Πολλοί ήξεραν για το πρωινό της δράμα, λίγοι όμως, γνώριζαν για το βραδινό της γλέντι. Από τον τρίτο ακούγονταν τραγούδια μελαγχολικά. Μάλλον θα ταν η Κατερίνα, φοιτήτρια που ζούσε έναν έρωτα μεγάλο. Μόνη της. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Δε με θέλει, δε με θέλει… Άναβε κεριά σερνόταν στα πατώματα και έκλαιγε. Τα κλάματά της ακούγονταν σαν οργασμός. Κάθε βράδυ, η ίδια ιστορία, έκλαιγε, έχυνε και ηρεμούσε. Κάθε κλάμα, για διαφορετικό άνδρα. Ανθρώπινα, ζωικά υγρά, τα δάκρυά της. Αξιοθρήνητη η κλαίουσα.

Έξοδος 11. Για δες πως κατήντησα, να μιλώ σε πρώτο ενικό, σκεφτόταν. Άρχισε να ιδρώνει. Αν το μυαλό σε βάζει σε τάξη, είναι το σώμα που θυμάται, λένε. Ποιος είπε ότι το μυαλό είναι πιο σοφό από το σώμα; Ήταν το σώμα του που ξεκινούσε την επανάσταση. Ολόκληρο το δέρμα του άρχισε να πάλλεται, οι φλέβες του χτυπούσαν σαν τρελές. Ολόκληρο το κορμί άρχισε να ερεθίζεται εκεί στην μέση μιας οδού, μονάχο του, στη συνέχεια μιας ανάμνησης. Μια τεράστια πινακίδα με φωτεινά γράμματα προειδοποιούσε, έργα στο δρόμο, προσοχή, αργά. Το σώμα δε ξέρει από λέξεις είναι αγνό. Το σώμα δε διακρίνει τον έρωτα από το γαμήσι, δε βαφτίζει το μουνί, αιδοίο.

Το σώμα δε ξέρει από ιδέες. Η μεγαλύτερη ξεφτίλα. Ιδεόπλαστο έρωτα τον είπαν. Τον πιο ξεφτιλισμένο. Τον πιο μοναχικό. Ερωτεύτηκες μιαν ιδέα; Το σώμα σου να ξέρεις, είναι πιο σοφό σε αυτά τα ζητήματα. Το σώμα σου να ξέρεις, αργά η γρήγορα θα σε προδώσει. Τα σώματα δε φτιάχτηκαν για να δίνουν ασφάλεια. Όσο και αν προσπαθείς να κρατήσεις τα χύσια τους μέσα σε προφυλακτικά εκείνα μέχρι τέλους ζωής, θα σου λένε την αλήθεια.

Εκείνο το βράδυ, θα έμπαινε στο διαμέρισμα του, στις δώδεκα και μισή… Κανείς δε θα τον περίμενε. Θα κοίταζε τα μηνύματα στον τηλεφωνητή. Καμιά αργοπορημένη σύζυγος, καμιά ετών πολλών ερωμένη. Διάρκεια. Στους μεγάλους έρωτες, μετράει η διάρκεια. “Ακόμα, δε σε έχω ξεχάσει”. Έτσι, λένε. “Γιατί ειλικρινά δε βρήκα τίποτε καλύτερο”. Αυτό συνήθως, δε λέγεται, εννοείται. Αφού λοιπόν καμιά δεν θα τον θυμόταν, θα έβαζε θερμοσίφωνα, θα έτρωγε κάτι έλαφρύ και θα καθόταν στον καναπέ μέχρι να ζεσταθεί το νερό. Θα αποκοιμιόταν γλυκά, στον καναπέ και ο θερμοσίφωνας… θα κινδύνευε να σκάσει.

Έξοδος 10. Δεν αντέχει άλλο, το αμάξι έχει πάρει μια ξέφρενη πορεία. Άγνωστη ταχύτητα αναζητά προορισμό έχει ακόμα μια ευκαιρία να γυρίσει αλλά όχι, αντέχει ακόμα. Ζαλίζεται, ανοίγει το παράθυρο να πάρει λίγο καθαρό αέρα, φοβάται, ποτέ, ποτέ του δεν ήταν καλός οδηγός. Και αν χάσει από το φόβο τις αισθήσεις του και σκοτωθεί; Αρχίζει να βλέπει στο σώμα του, στα ρούχα του αίμα, τρομάζει τι είναι αυτό; Ιδρώτας, κόκκινος ιδρώτας! Μακάρι να ήταν ένα κακό όνειρο.

Οι φωνές των γειτόνων, θα τον ξυπνούσαν. Κάθε βράδυ ο Μάκης και η Χριστίνα  απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη στο μπαλκόνι, με ζευγάρια φιλικά. Έχουν ένα χρόνο παντρεμένοι, χωρίς παιδί, παντρεμένοι από έρωτα. Περνούν τα βράδια τους καλώντας κόσμο, πάντα ζευγάρια. Φιλικά, ψήνουν στο μπάρμπεκιου, βαριές ενοχλητικές μυρωδιές και γέλια κάνουν τη γειτονιά να ασφυκτιά. Ζουν αγαπημένοι αλλά θα προτιμούσαν αυτές οι συναντήσεις να ήταν μια μεγάλη παρτούζα. Να γίνονται οι ίδιοι κρέατα, τα σώματά τους να ψήνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, να πνίγονται με βρώμικες μυρωδιές ηδονής. Σα φύγουν οι καλεσμένοι, σιωπούν. Περιμένουν την επόμενη βραδιά, το επόμενο σαββατοκύριακο, τα επόμενα Χριστούγεννα, το επόμενο Πάσχα, την επόμενο καλοκαιρινό ταξίδι. Το ταξίδι τελείωσε και φτάσαμε στο φετινό Σεπτέμβρη. Μπάρμεκιου και πάλι μπάρμεκιου. Το ελιξήριο, ενός μεγάλου, μυρωδάτου έρωτα.

Εκείνο το βράδυ αν όλα πήγαιναν καλά δε θα έκανε τελικά μπάνιο. Θα έκλεινε το θερμοσίφωνα, θα έπινε γρήγορα ένα ποτάκι και θα πήγαινε για ύπνο. Η ώρα θα ήταν περασμένη και το πρωί, θα έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς. Αν αργούσε στη δουλειά το αφεντικό θα τον γαμούσε. Ας τον άφηνε λοιπόν, να γαμήσει με ευχαρίστηση τον κώλο του Κωστάκη. Ο Κωστάκης ήταν το αγαπημένο κουτσομπολιό του γραφείου. Όνειρό του ήταν να σιωπήσουν όλοι μια μέρα στο πέρασμά του, να κάνει καριέρα. Με το κούνημά του θα επιβαλλόταν και με ύφος κουτοπόνηρου ηλιθίου. Με τον κώλο όμως κουμαντάρεις μονάχα μια ζωή, τη δικιά σου. Με την πονηριά, μονάχα τα μυαλά των ηλιθίων. Αυτό φαίνεται πως το γνώριζε η ξύπνια σύζυγος του αφεντικού που προτίμησε να κοιτάξει τον κώλο της και να κάνει ένα καλό γάμο από συμφέρον. Οι υπόλοιπες γυναίκες βέβαια, τη λυπούνται που είναι αγάμητη αλλά εκείνη καυχιέται πως ο έρωτας κάποτε χάνεται και μένει η αγάπη. Κάποια μέρα, όλα αλλάζουν:

Εκείνο το βράδυ ήταν διαφορετικό. Στάθηκε μπροστά από την πολυκατοικία. Μια παρέα αγοριών κατηφόριζε το δρόμο. Ήταν αργά. Μπουρδελότσαρκα πάνε, σκέφτηκε. Ήταν πολύ νέοι, έφηβοι. Ζήλεψε…

Έξοδος 9. Δεν έχει πολλές ευκαιρίες ακόμα. Αίματα παντού στο σώμα του ίσως πεθάνει αν δε σταματήσει. Γιατί εμπλεξα έτσι ρε γαμώτο τι να κάνω, άραγε αξίζει; Δεν αξίζει. Δεν είμαι ζώο να με κυβερνά το σώμα μου, δεν είμαι, λέει και αφήνει το δεξί από το γκάζι.  Εύκολο θα ΄ταν, το είχε ξανακάνει.

Να ήταν άραγε η πρώτη τους φορά; Η δική του πρώτη φορά: δε θυμάται ηλικία δε θυμάται παιχνίδι, έρωτα, ραντεβού ή ποτό. Ένα κατακόκκινο μπουρδέλο. Πήγε μόνος του, ένα μεσημέρι. Χωρίς παρέα. Ένα ξανθό μουνί, ένα γαμήσι των είκοσι ευρώ. Η καπότα του δεν της άρεσε και έβγαλε από το συρτάρι μια δικιά της. Έχυσε αλλά και δεν κατάλαβε πολλά. Αλλά αυτό το γαμήσι ήταν αστόλιστο, ασχεδίαστο, απρόσμενο, φτηνό. Αγνό. Για πες μου, σκέφτηκε που κρύβεται η δική σου η ξεφτίλα;

Έξοδος 12. Την προσπέρασε. Αυτό ήταν. Το μυαλό έχει νικήσει, κάνει να πατήσει τα φρένα του αλλά δεν πιάνουν. Έχει πανικοβληθεί. Από στιγμή σε στιγμή θα είναι νεκρός, όλα θα τελειώσουν. Το  καταλαβαίνει άλλωστε, τα αίματα από τα ρούχα του, μαγικά εξαφανίζονται, το σώμα του, το νιώθει, θα πεθάνει. Τίποτα δεν προδίδει ζωή. Εκείνος ο κόκκινος ιδρώτας χάνεται μπρος στη χυδαιότητα του νου. Τίποτα δεν ποθεί. Και εκείνη η στιγμή που τον έφερε ως εδώ, ξεχνιέται. Αν γινόταν, θα ήθελε να μη το είχε ζήσει.

Θα ήθελε εκείνο το βράδυ να είχαν κυλήσει όλα φυσιολογικά. Θα είχε φύγει από τη δουλειά περίπου στις δώδεκα. Θα είχε φτάσει σπίτι στις δώδεκα και κάτι. Δώδεκα και μια στροφές γύρω από το τετράγωνο όπως κάθε βράδυ, για να βρει να παρκάρει. Κάθε βράδυ, όλοι είχαν ήδη βρει τη θέση τους. Εκείνο το βράδυ, θα έβρισκε και αυτός τη δική του. Λογικά. Τα χέρια του τρέμουν, στο τιμόνι, το αμάξι του δε σταματά. Θυμάται το δρόμο στην επόμενη έξοδο να είναι ανηφορικός. Παρακαλάει το Θεό να στείλει μια ανηφόρα στη ζωή του, μια ακόμα ανηφόρα για να σωθεί, για δες… Τρέμει, κλαίει, θυμάται Χριστούς και Παναγίες. Δεν έπρεπε να φύγω, σκεφτόταν. Παιδί μικρό, σε αντρικό τιμόνι.

Έτσι, αισθάνεται και απόψε. Τελικά, δε θα πάει σπίτι. Μόνος του όπως στην εφηβεία, όπως τότε στο μπουρδέλο, θα βγει για να γαμήσει. Δε θα κυνηγήσει έρωτες, στη ζωή  ό,τι κυνηγάς δεν έρχεται, ποτέ. Θα ψάξει για ζωή. Ο έρωτας, έλεγε, δεν είναι αξία, δεν είναι τρόπος ζωής, δεν είναι ασφάλεια. Μια στιγμή. Μια νύχτα. Ένα ξεκάβλωμα. Πόσο κρατάει η ηδονή; Πόσα λεπτά; Πόσο κρατάει ένας έρωτας; Μια ζωή; Πόσο κρατάει μια ζωή; Ποτέ δε ξέρεις. One night stand. Άκου το σώμα σου απόψε. Μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο απ΄ όσο φαντάζεσαι. Τι λες, μπορείς να το αντέξεις; Xωρίς καμιά δικαιολογία.

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s