Aγαπημένη μου… αιθαλομίχλη

αιθαλοομίχλη

Δίλημμα. Ας υποθέσουμε ότι “κάτι” σου χτυπά την πόρτα. Δεν ξέρεις ποιος είναι δε σου υπόσχεται ευτυχία, αλλά αν ανοίξεις όλα είναι διαφορετικά. Πρόσεχε όμως.  Κινδυνεύεις να σε πάρει για πάντα μαζί του. Και ίσως μείνεις χωρίς.. ζεστασιά. Λοιπόν τι προτιμάς τη φλόγα ή τη φωτιά;

Πριν απαντήσεις εάν θες, διάβασε και το παρακάτω κείμενο.

Όπου να ναι θα σε δω να τρυπώσεις τις χαραμάδες. Θα σε ακούσω να χτυπάς το παντζούρι. Θα νιώσω να με αγγίζεις. Δε μπορώ να σε μυρίσω πια είσαι δικιά μου, γίναμε ένα η μυρωδιά σου η μυρωδιά του σώματός μου και είναι βρώμικη πολύ. Όπου καπνός υπάρχει και φωτιά. Την πυρκαγιά κανείς δεν την είδε;

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη. Εγώ και εσύ τόσο βρώμικοι;   

Χωρίς φόρμες χωρίς στιγμές, χωρίς  διακοπή. Ασυνάρτητα, χωρίς συντακτικό, χωρίς δεύτερη σκέψη  το χέρι μου τρέχει στο χαρτί, τι να σκεφτώ, για σένα ούτε ενός λεπτού σιγή. Είσαι δική μου και ό, τι σου λέω μόνο εσένα αφορά. Μεταξύ μας, θα δείξω σε όλους ποια είσαι. Σε ξέρουν, σε νιώθουν και αυτοί τη μυρωδιά κάποιοι μπορεί να καταλάβουν. Τη μυρωδιά που πότισε τα ρούχα μου αν θες μπορώ να δώσω εξηγήσεις… Θα μιλώ εγώ για σένα. Θυμάσαι; Αυτό και μόνο αρκούσε είχες ήδη κάνει αρκετά.

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Ήμουν στο αμάξι όταν σε πήρα για πρώτη φορά χαμπάρι. Κάπου στην Πειραιώς, κοντά στην Καλλιρόης, καλά δε θυμάμαι, πορτοκαλί φώτα νόμισα ότι μου είχαν συσκοτίσει το μυαλό. Μια σπάνια πάθηση των οφθαλμών με έκανε να βλέπω τα πράγματα αχνά. Φανταζόμουν. Και μέσα μου ξεκάθαρα όλα. Τι είναι αυτό ομίχλη στην Αθήνα; Κάπου σε είχα ξαναδεί.

αιθαλομίχλη πάτρα

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Ξέρω ότι βρωμάς πολύ, μα η βρωμιά σου γνωρίζω πώς δεν προέρχεται από κανέναν εμπρησμό, μυρίζει λάστιχο καμμένο, μυρίζεις καουτσούκ. Εγώ και εσύ στο δρόμο εκείνο μόνοι. Οι άλλοι στα σπίτια τους, έκανε κρύο. Χριστούγεννα είπαμε να κάνουμε μαζί, ήσουν η μόνη που χάριζε ζεστασιά, από τζάκι γεννήθηκες, τζάκι από σπίτι  σπιλωμένο. Σε γέννησε η ασυνειδησία. Ο ιδιοκτήτης του σε έδιωξε μακριά για να ξεχάσει ενοχές παράνομης κοπής. Δε φταίω εγώ, ο άλλος. Και το πρωί σαν η ανάγκη του τελειώσει θα είναι και πάλι καθαρά. Το οικογενειακό του χνώτο εμφανίζεται μονάχα  βράδυ. Την ημέρα διαμαρτύρεται. Μυρίζεις. Δεν ήξερα τι ήσουν στην αρχή, είχα καιρό να δω ειδήσεις.

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Μη τους ακούς κανείς τους δεν είναι ευτυχισμένος. Τι λες θες να κάνουμε ότι χαμογελάμε μαζί; Δε σε ποθούν, δε σε ζηλεύουν. Δε νιώθουν χαρά με σένα. Μπορεί να σε πιάσει κανείς; Η βρωμιά σου διάσπαρτη τρέχει στο βραδινό αέρα. Εκείνοι μένουν κολλημένοι στη γη. Τα πρωινά θα πουν με πονηριά πώς τρυπώνεις στα πνευμόνια και σκορπίζεις τον καρκίνο. Είσαι καταραμμένη;

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Άνοιξα το στόμα μου και έβαλα βρωμιά μες τη ψυχή μου. Μα πες μου πώς γίνεται να είσαι πάντα εκεί; Οι άλλοι πάντα λείπουν και σωπαίνουν. Εσύ εκεί  ακλόνητη και βρωμερή. Δε λες σε λίγο, δε λες ίσως και μπορεί. Λες ένα μεγάλο όχι. Όχι, δεν μπόρεσα να πω. Έχουν δίκιο. Εσύ πρέπει θα είσαι πιο δυνατή από μένα. Και κατοικείς πετώντας.

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Απόψε το βράδυ έχεις εξαφανιστεί. Που είσαι; Το ξέρω πηγαίνεις με πολλούς, δεν είσαι γυναίκα, δεν είσαι κοπέλα ηθική, δεν προσποιείσαι την παρθένα. Τα λάστιχα της μυρωδιάς σου είναι λογιών λογιών, ποιος ξέρει τι έκαψαν και απόψε και βρωμάς έτσι, έγραψα για σένα.

«Εξαφανίστηκες γιατι; Είναι 2.’10 και δε μυρίζει λάστιχο. Καληνύχτα»

Εντάξει το διάβασαν, το είδαν. Ευτυχώς, δε μας κατάλαβε κανείς. Ανοίγω τα παράθυρα να μπει κρύος αέρας. Παγωνιά. Αέρας.  Δεν είσαι εδώ. Μου λείπεις. Μη φύγεις και εσύ. Ανηλειμμένες υποχρεώσεις. Πήγε αργά πρέπει να πάω να κοιμηθώ. Στο διάολο να πάνε όλοι, λες,χάθηκε να ναι πιο κομψή η προσευχή σου; Αν είμαι σαν τους άλλους θα δω εφιάλτες, όπως και εκείνοι, να μαγαρίσω τη δική σου ελευθερία. Ξέρεις θα λυπηθούν αν μάθουν πως τριγυρνάς κάπου και έχεις το θράσος να είσαι ευτυχισμένη. Είσαι;

Αγαπημένη μου αιθαλομίχλη.

Εσύ που έμαθες να πετάς επάνω από σκουπίδια. Και όλοι κοιτούν ψηλά και σε γαμοσταυρίζουν. Λάθος κάνουν. Δεν είσαι πάνω είσαι δίπλα τους, είσαι δεξιά και αριστερά, καμιά φορά τρυπώνεις μέσα τους μέσα από τα ρουθούνια γίνεσαι απειλή για την καρδιά τους λένε, φοβούμενοι μην πάθουν έμφραγμα βαρύ, λιποθυμούν από αέρια το πρωί τα βράδια όμως σε γλεντοκοπάνε. Ο κόσμος δε  δίνει ζέστη παίρνει αλλά εσύ το ξέρεις και ξεγλιστράς από την καμινάδα. Σιγά μη κάτσεις μαζί τους μέχρι την αυγή. Ξημερώνει. Βιάσου. Τα πορτοκαλί φώτα στο δρόμο δεν έχουν ακόμα σβήσει.

Τι είναι αυτό; Ένα αδύναμο χνώτο στο τζάμι, θολώνει ανάσες από ομιλία αφήνουν πάνω σου μουντζούρες, τι είναι αυτό που θες να πεις και τι δε θα θελες να ακούσεις; Άνοιξέ μου είσαι εδώ; Άνοιξέ μου εγώ είμαι, άσε με να μπω, άνοιξε μου, θες να…

Αγαπημένη μου αιθαλοομίχλη.

Το τελευταίο σημείωμα ήταν κενό, μάλλον δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Από εκείνο το βράδυ κανείς δεν τον ξαναείδε. Λίγοι λένε κατάφεραν να δουν το χνώτο της. Και όσοι το είδαν έφευγαν μαζί της. Άραγε ζουν ευτυχισμένοι; Ποιος νοιάζεται, τώρα που ελευθερώθηκαν από τη φλόγα τα σκουπίδια.

αιθα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s