Τα χέρια του θα άγγιζαν τη μοίρα

 Hands_in_a_fist

Χρόνια δουλεύει ο κυρ Κώστας σε τούτο εδώ το καφενείο. Κάτοικος Περιστερίου από το 55, ήταν δεκαεφτά χρονώ τότε που έφτασε στην Αθήνα. Άφησε πίσω στο χωριό μάνα και μια αδερφή να δει πως θα ΄ταν η ζωή στην πόλη. Και δε σκέφτηκε ποτέ το γυρισμό έκανε να ξεχάσει και την Ελένη, τη φιλενάδα εκείνη που σαν ήταν νέος ορκιζόταν πως θα την παντρευτεί. Και την παντρεύτηκε. Αλλά τώρα στο κεφάλι του μια σκέψη μόνο. Η σκέψη πως έπρεπε να ζήσει. Έφυγε απ΄ το χωριό κυνηγημένος, μέσα στη βαλίτσα κουβάλησε ντροπή, πήρε το τραίνο και έφτασε στην Αθήνα του. Μονάχος. Καλά θα πάει, σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν. Μεγάλη διαδρομή. Στα χέρια μου τώρα έλεγε η μοίρα, και ας ήταν τα χέρια ματωμένα.

Σε ένα δωμάτιο με κοινή αυλή και κοινή τουαλέτα θα έπρεπε να ζήσει. Μια γειτονιά το σπίτι του, συγκάτοικοι από χωριά και αυτοί. Μα ο κυρ Κώστας δε έπρεπε να μιλήσει. Να την προσέχεις τη γειτονιά, μη γελιέσαι που είναι Αθήνα, στήνει αυτί, του είχε πει ο θειός του που τον έστειλε εκεί. Εκείνος του βρήκε και δουλειά. Σε καφενείο, στον Άγιο το Βασίλη του χε πει, καλά είναι για σένα, μιας και τα γράμματα δεν τα ΄παιρνες ποτέ σου.

Σαν έφτασε η πρώτη μέρα της δουλειάς ο Κώστας δεν ήξερε τι ρούχα να φορέσει. Διάλεξε άσπρο πουκάμισο καθαρό, τι και αν δεν ήτανε σιδερωμένο… Άσπρο το χρώμα της χαράς. Για να φωτίζει το δέρμα του το καθαρό και να θαυμάζουν οι γυναίκες οι περαστικές την ώρα που σερβίρει τον καφέ, την καθαρή ολόλευκη νιότη του να ζηλεύουν οι πρωτευουσιάνοι. Εκείνοι δε θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν τη νιότη από τη ντροπή που έκρυβαν τα ροδοκόκκινα μάγουλά του. Καλά είπε, θα είναι.

Που είναι ο Άγιος ο Βασίλης ; Ρώτησε δυο τρεις περαστικούς και έβλεπε να σκοτεινιάζουν τα αγουροξυπνημένα πρόσωπά τους. Εκεί, εκεί ευθεία πήγαινε καλό μου παιδί και η λαλιά τους έβγαζε συμπόνια.  Τότε ο κυρ Κώστας σκεφτόταν αναρωτιόταν, γιατί με συμπονούνε; Περπάτησε μέσα από χωράφια, χωράφια ήτανε το Περιστέρι τότε. Σιγά σιγά ξημέρωνε,  όσπου άκουσε το καμπαναριό. Νάτος εδώ είναι ο Άγιος ο Βασίλης! Καλό σημάδι, καλή αρχή σκεφτόταν. Μα σα πλησίασε στο εκκλησάκι άκουσε γυναικείο θρήνο.

Γυναίκα μαυροφορεμένη στεκόταν μονάχη στεκόταν εκεί και δεν περίμενε κανένα. Κάτι μουρμούραγε για ένα γιο. Έκανε να πλησιάσει μα θυμήθηκε τη μάνα τη δική του.  Άστη μονάχη είπε, θα περάσει. Λυπάμαι κυρά μου μα πώς να σου σταθώ; Και πήγε παραπέρα. Αυτός ήτανε ο Άγιος Βασίλης που του ‘ταξε ο θειός του, Άγιος χωρίς τα δώρα, με άρωμα θανάτου.  Κίνησε για τη δουλειά περπάτησε κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι λες και θα κρυβόταν από τ’ απέραντο νεκροταφείο. Σ αυτό το καφενείο οι άνδρες δε θα μιλούσανε για την πολιτική και οι νέοι δε θα λογάριαζαν ποδόσφαιρο και Δομάζο. Εδώ, ήταν το καφενείο του θανάτου.

Πέρασαν χρόνια ολόκληρα και κτίστηκε τριγύρω του η πόλη το σπίτι του με την κοινή αυλή  τα αγόρασε έπειτα το έδωσε με αντιπαροχή. Ο κυρ Κώστας έμαθε να ψήνει καλά τους καφέδες. Άκουσε θρήνους πολλούς  κάθε μέρα λυγμοί, λυγμοί και κλάμα. Χήρες, μανάδες και χαμένοι γιοι. Δάκρυα που λύγιζαν δίμετρα παλικάρια. Έκανε να θυμώσει που και που και έλεγε πως έπρεπε και εκείνος κάποτε να ζήσει. Οι συγγενείς κάποτε έσβηναν το θρήνο το βαρύ και έπιαναν την κουβέντα. Εκείνος θυμόταν την Ελένη και σωπούσε. Μια μέρα άφησε το δίσκο στο βοηθό και πήγε μέχρι το ιερό του Άη Βασίλη. Τον είδαν λέει να βγαίνει με βλέμμα αγριεμένο. Ποτέ ξανά δεν παρακάλεσε για δώρα. Από την μέρα αυτή σε χώρο ιερό δεν ξαναμπήκε. Είπε πως δεν πιστεύει σε Θεό, ούτε και σε μοίρα, πως δε θα παίρνει αλλά θα μάθει πώς να δίνει δώρα.

cebaceb1cf86ceadcf82

Όταν αφήνει τους καφέδες του στο τραπέζι οι συγγενείς πολλές φορές τον κοιτούν αγριεμένοι, σαν να ναι ο ίδιος χάρος. Είναι και το παρουσιαστικό του που δεν ευνοεί. Ρυτίδες στα μάτια, πρόσωπο πλέον, χέρια τραχιά που δεν αφήνουν περιθώρια για συμπόνια. Ο κυρ Κώστας ξέρει να κάνει τον πικρό καφέ γλυκό. Μια κουταλιά ούτε καν κοφτή μες στο μπρίκι μπορεί το θάνατο να ξεγελάσει. Οι συγγενείς δε θα καταλάβουν τίποτε, η λίγη ζάχαρη είναι ανίκανη να τους χαλάσει τον πόνο αλλά θα προκαλέσει μια κάποια ευφορία. Εκείνοι δε θα καταλάβουν, δε θα τον συμπαθούν και έτσι, δε θα χρειαστεί ποτέ να πει σε πελάτη του παρηγοριά, να αγγίξει το χέρι του μια πλάτη. Σκληρή ήτανε και η δική του η ζωή . Το χέρι εκείνο κάποτε άγγιξε μαχαίρι.

Σαν φύγουν οι πρώτοι συγγενείς έρχονται άλλοι. Τελειώσαμε, ο επόμενος. Πάνε κι έρχονται πρόσωπα συφοριασμένα. Πώς να δικαιολογήσει τόση ζάχαρη στο αφεντικό; Κάποτε έλεγε πως οι ίδιοι οι συγγενείς του το ζητούνε. Μα τώρα δε χρειάζεται να δικαιολογηθεί. Τώρα πια είναι ο ίδιος αφεντικό στου κόσμου τη δυστυχία. Μαζί με τον καφέ και παξιμάδι στεγνό μαντήλι στ δάκρυα της ψυχής σαν πέφτει κολυμπά στο πονεμένο σώμα. Μέχρι να φτάσει η ώρα επτά. Ως εδώ. Στις επτά το κλείνει το μαγαζί ο θάνατος εδώ δεν κάνει υπερωρία.

Και σαν τελειώσει τη δουλειά πάει και στέκεται για λίγο εν τόπο χλωερό, δίπλα από το καφενείο ένα μεγάλο γήπεδο ποδοσφαίρου. Κοιτάζει παλικάρια που τρέχουν και γελούν, αν ζούσε ο γιός του θα ταν περίπου σαράντα χρονώ και θα τον έλεγε, μάλλον Βασίλη. Αλλά ο γιός του δεν πρόλαβε να γεννηθεί κάποιος δε θέλησε να ζήσει. Όχι,  δεύτερο παιδί δεν του άξιζε να κάνει.

Δικά του ήταν μονάχα εκείνα τα παιδαρέλια που έρχονταν να δουλέψουν στο καφενείο. Τους μάθαινε να φτιάχνουν τον καφέ, πώς σερβίρουν τους πελάτες. Μα εκείνα ευτυχώς δε στέκονται στο θάνατο, εκείνα βγάζουνε το χαρτζηλίκι τους και φεύγουν. Ο γιος του ο Γιώργος έγινε αρχιτέκτονας, ο γιος του ο Στέφανος άνοιξε μπυραρία, ο γιος του ο Νίκος του πέταξε μια μέρα το δίσκο στο κεφάλι. Ήτανε που δεν άντεχε το θρήνο και το κλάμα. Φεύγουν όλοι έπειτα τον ξεχνούν. Ο Νίκος όμως ξαναγύρισε.

«Είμαι φτωχός συγχώρα με, του είπε και έμεινε τρία ακόμα χρόνια». Κάποτε ο Νίκος έμαθε  την Ελένη της ντροπής. Κάποτε ο Νίκος γνώρισε και το χαμένο γιο του το Βασίλη. Και μόνο εκείνος αν τον ρωτήσεις είναι ικανός να στα εξιστορήσει. Μα για τις ιστορίες των νεκρών δεν
ενδιαφέρεται κανένας. «Είσαι φονιάς του απάντησε… Και τον δικό σου τον καφέ ποιος θα σου τονε φτιάξει»; «Δεν έφταιγα εγώ μουρμούρισε ο κυρ Κώστας. «Μη βάλεις στάλα ζάχαρη, για πάρτη μου, του πε, δε θα θελα να γλυκαθεί κανένας.  Λογάριασα κάποιες στιγμές πως ήσουνα παιδί μου».

Μέρα Τετάρτη, κόσμος μαζεύτηκε έξω από το μαγαζί. Ο κυρ Κώστας όμως σήμερα δεν άντεξε, πείσμωσε το μαγαζί δεν το ανοίγει. Ο μπατζανάκης φώναζε έκανε να σκάσει από ντροπή η χήρα. Ο Νίκος σάστισε και έβγαλε τα δικά του τα κλειδιά. Που είναι γιατί άργησε, ρεζίλι θα με κάνει ο καταραμένος. Και έτρεξε να φέρει παξιμάδι και άρχισε γρήγορα να ψήνει τον καφέ. Μονάχος .Έκανε να βρει τη ζάχαρη μα όσο και αν έψαξε, ζάχαρη δε βρήκε. Έβαλε στα γρήγορα κονιάκ και μέχρι να ψηθούνε οι καφέδες άρχισε να σερβίρει. Ο κόσμος έπινε  αχόρταγα μασούσε και παξιμάδι. Οι ώρες πέρναγαν κάθε μια ώρα ερχότανε και άλλη μια φουρνιά και μέχρι τ’ απόγευμα ο Νίκος το είχε καταλάβει. Το μαγαζί αυτό γινότανε δικό του.

Είναι περίπου επτά. Κλείνει στα γρήγορα τον καφενέ και κάπου κρύβει τα κλειδιά. Μια μαυροφορεμένη γυναίκα στέκεται απ΄ έξω, ο θρήνος της δε σταματά. Περνά μπροστά της κάνει να της μιλήσει , τι να σου πω καημένη; Τέσσερα χρόνια και δεν έμαθα πώς να απαντώ στη δυστυχία. Μες στο μυαλό του τώρα γεννιόντουσαν θελήσεις. Θα φύγω, θα βρω άλλη δουλειά, θα πάω σε άλλη πόλη. Έφυγε σαν κυνηγημένος, κουβάλησε μέσα του ντροπή πολλή . Καλά θα πάει, σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν. Μεγάλη διαδρομή. Τα χέρια του θα άγγιζαν τη μοίρα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s