Άπλωσε το χέρι

(FAQ 2010)

Σαν έθνος ντραπήκαμε πολύ, όταν αντικρίσαμε, στο γερμανικό περιοδικό την Αφροδίτη της Μήλου να απλώνει το χέρι, στην Ευρώπη. Η Αφροδίτη ζητιάνα; Οι Έλληνες είναι περήφανοι, δεν επαιτούν. Η μόνη ζητιάνα που έχω δει στο δρόμο είναι Ρουμάνα. Έχω συναντήσει βέβαια και ένα ζητιάνο με κομμένο χέρι, όπως και το άγαλμα αλλά αυτός μόνο με άγαλμα δε μοιάζει. Είναι Ρουμανοτσιγγάνος. Σαν αυτούς που ο Σαρκοζί διώχνει από τη Γαλλία. Και παιδιά έχω δει. Μου θυμίζουν το slumdog millionaire. Ποτέ δεν πρέπει να τους δίνεις λεφτά.  Τι είναι επαιτεία σήμερα; Θέλω να μου το πεις σε απλά, σπαστά ελληνικά.

 του Γιώργου Κολέτσου

 

Θέατρο δρόμου.

Καλή η σκηνοθεσία αλλά το αποτέλεσμα σήμερα, δεν είναι ικανοποιητικό. Έχει πάει τρεις το μεσημέρι και η Ντάνι δεν έχει βγάλει ούτε  είκοσι ευρώ. Τριάντα ευρώ βγάζει συνήθως, μέσα σε μια μέρα. Δεν πειράζει. Έχει χρόνο ακόμα, μέχρι να κλείσουν τα μαγαζιά. Το θέαμα μπορεί να σε θυμώσει. Τι δουλειά έχει η μητρότητα στο πεζοδρόμιο; Κοφτά βλέμματα, σχεδόν περιφρονητικά Αλλά τη Ντάνι, δεν την αφορούν τα βλέμματα . Έχει μάθει να κοιτάζει τους ανθρώπους στα χέρια.

 Όταν πλησίασα να της μιλήσω από κοντά, η Ντάνι θήλαζε το γιο της, το μικρό Ντομινίκ. Μόνο αυτός μπορούσε να συγκινήσει τους περαστικούς. Συνέχιζε να τον θηλάζει και όση ώρα μιλούσαμε. Η Ντάνι δε ντρέπεται για τίποτα. Ούτε για τη ζητιανιά. “Καλά είμαι εδώ”, λέει, “δε θέλω άλλη δουλειά”. Τσιγγάνα από τη Ρουμανία, ήρθε στην Ελλάδα πριν δυο χρόνια, “με το λεωφορείο”.Αν την ρωτήσεις ποιος την έφερε, ξαφνικά, θα ξεχάσει τα λιγοστά της ελληνικά. Θα τα θυμηθεί όμως, χαιδεύοντας το κεφάλι του γιου της. “Έχεις σαμπουάν; Να λούσω το μικρό”.

 Μια ψεύτικη μητρική αγκαλιά.

Φεύγοντας, ήθελα να πιστεύω ότι η Ντάνι νοιαζόταν για το μικρό Ντομινίκ. Με το δικό της άσχημο μάλλον, τρόπο. “Συνάντησα κάποτε μια τσιγγάνα που ζητιάνευε στο δρόμο κρατώντας στην αγκαλιά ένα μωρό. Την επόμενη μέρα την ξαναείδα, με άλλο παιδί στα χέρια. Εκείνη όμως επέμενε ότι είναι το ίδιο”,  μου λέει η Βαλβόνα Κυστούνα κοινωνική λειτουργός που χρόνια τώρα κάνει street work και έρχεται σε επαφή με τα παιδιά του δρόμου. “Τα μωρά αυτά συχνά, αλλάζουν χέρια και τόπο εκμετάλλευσης. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι η αγκαλιά του πεζοδρομίου είναι η μητρική”.

 Ανάγκη, οικογενειακή.

Ανεβαίνοντας τη Σταδίου, η ικεσία δεν σταματά. Η μικρή Πίτσα, ο Αντριάν, η Ευτυχία, ο Πέτρος, μου άπλωσαν το χέρι. Ο Χρήστος μεγάλωσε. Είναι εικοσιένα ετών και έχει μάθει πια να μη ζητά τίποτα. Στη βόλτα μας, όσες φορές συναντήσαμε παιδιά να ζητιανεύουν, ο Χρήστος θύμωνε. “Γιατί να δώσω χρήματα;  Γιατί τα παιδιά αυτά δεν πηγαίνουν σχολείο”; Τα ελληνικά του, τον προδίδουν. Ο Χρήστος γεννήθηκε στην Αλβανία.

 Είναι δεκαετία του ενενήντα και το ελληνικό όνειρο υπόσχεται πολλά..Κάποιοι άγνωστοι, πείθουν τη μητέρα του ότι στην Ελλάδα, θα βγάλει πολλά λεφτά.. Από τα εφτά του χρόνια, ο Χρήστος πουλάει χαρτομάντηλα, ζητιανεύει, κοιμάται μαζί με άλλα παιδιά σε ένα υπόγειο, κακοποιείται και μένει νηστικός όταν δεν βγάζει λεφτά. Κάποτε, ξεφεύγει και γυρνά μόνος του, στην Αλβανία. Η μάνα του τον ξαναστέλνει πίσω. Η οικογένεια χρειάζεται λεφτά. Στα δεκαπέντε του, συναντά τους ανθρώπους της ΜΚΟ Άρσις. Αυτοί τον βοηθούν να ξεκινήσει μια κανονική ζωή.

 Σήμερα, δουλεύει ως σερβιτόρος. Το μόνο του παράπονο είναι που δεν κατάφερε να πάει σχολείο..“Αν συναντούσα τις μανάδες αυτών των παιδιών, θα τους έδινα μπουνιά”, μου λέει, κοιτώντας ξανά τα πιτσιρίκια..

 Ντροπή.

Η Βιβή δε θυμώνει αλλά ντρέπεται. ¨Δεν φταίνε οι γονείς μου. Δεν είχαμε λεφτά, έπρεπε να δουλέψω”. ”Μη με πεις ζητιάνα, χαρτομάντηλα πούλαγα”, ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε όταν συναντηθήκαμε. “Μην πεις ότι είναι εργασία, είναι λάθος”, επέμενε η κοινωνική λειτουργός που μου τη σύστησε. “Επαιτεία πέστο, έστω και αν είναι καλυμμένη”. Μπερδεύτηκα αλλά ήθελα να ακούσω την ιστορία της.

 Μέσα στις παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις της, όχι παιχνίδια ούτε φίλοι και γέλια αλλά άγνωστοι που την πειράζουν, την βρίζουν, της συμπεριφέρονται άσχημα. Ευτυχώς, η Βιβή πήγαινε σχολείο. “Ντράπηκα πολύ όταν ένας συμμαθητής μου με συνάντησε στο δρόμο. Την επόμενη μέρα το είχαν μάθει όλοι. Οι δάσκαλοι άρχισαν να μου φέρνουν φαγητά και ρούχα. Τα παιδιά  να κοροιδεύουν.  Έφτυσα ένα αγόρι στο πρόσωπο και πήρα την πρώτη μου αποβολή”. Στα είκοσί της, η Βιβή δουλεύει, ζει μια κανονική ζωή αλλά συνεχίζει να ντρέπεται. Ο πατέρας της είναι ακόμα στο δρόμο. Μια φίλη της, Ελληνίδα, τον είδε τυχαία. “Αυτός δεν είναι ο πατέρας σου;… Σιγά ρε Βιβή πως κάνεις έτσι, δεν έκλεψε και κανέναν”.

 Κίνδυνος.

Περπατώντας στα στενά του Μεταξουργείου και της Ομόνοιας, πρέπει να κοιτάς ψηλά, στα μπαλκόνια των φτηνών ξενοδοχείων. Ανάμεσα στα απλωμένα ρούχα, μπορεί να δεις τα παιδιά που συνάντησες στο δρόμο να παίζουν μέσα σε λίγα τετραγωνικά. Θα ακούσεις φωνές και γέλια. Αλλά είπαμε, ο κόσμος των μικρών επαιτών, δεν είναι χαρούμενος. “Κάποια στιγμή χάσαμε τη μικρή Κατερίνα,κανείς δεν ήξερε που πήγε. Τη συναντήσαμε μήνες μετά, τυχαία. Με δυσκολία την αναγνώριζες”, μου διηγείται η  Στεφανία Πανταζή, από το πρόγραμμα “Τα παιδιά της διπλανής πόρτας” που λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη και στηρίζει τα παιδιά που επαιτούν. Στα δώδεκά της χρόνια, η μικρή τσιγγάνα από τη Ρουμανία, βγήκε  από το κύκλωμα της επαιτείας για να μπει σε ένα άλλο πιο  βρώμικο, αυτό της πορνείας.

 Καλοστημένη επιχείρηση.

Για την πολυκατοικία της οδού Γερανίου έμαθα από την κυρία Μίνα, μια ήσυχη Βουλγάρα καθαρίστρια. Εδώ, μένουν μόνο ενήλικες ζητιάνοι. Αλλοδαποί, κυρίως τσιγγάνοι.. Δέκα με δεκαπέντε άτομα στριμωγμένα, μέσα σε ένα διαμέρισμα. Φτηνό ενοίκιο, περίπου 10 ευρώ το άτομο, για λίγες ώρες ξεκούρασης. Μαθαίνω ότι ο ιδιοκτήτης είναι Έλληνας. ¨“Κάνουν φασαρία, βρωμάνε, τους φοβάμαι. Να τους διώξει η κυβέρνηση. Τι θέλουν όλοι αυτοί στην Ελλάδα;”, φωνάζει η κυρία Μίνα, από τη Βουλγαρία.

 Είναι έξι και μισή το πρωί. Ο πεζόδρομος μπροστά από την πολυκατοικία αρχίζει να γεμίζει με κόσμο που πηγαίνει στη δουλειά. Η τοποθεσία της πολυκατοικίας δεν προδίδει τίποτα, στο ισόγειό της, το μαγαζί  με τα γυναικεία ρούχα, δεν έχει ανοίξει ακόμα.. Ένα άσπρο φορτηγάκι σταματά στην είσοδο και περιμένει. Διακριτικά, οι ζητιάνοι βγαίνουν από την πολυκατοικία και επιβιβάζονται. Άλλος με κομμένο πόδι, άλλος χωρίς χέρι. Το φορτηγό ξεκινά. Στάση πρώτη. Νέα Σμύρνη. Ένας αλλοδαπός κατεβαίνει κοντά στην κεντρική πλατεία Δεν περνούν ούτε τρία λεπτά και η πρώτη περαστική, του αφήνει χρήματα  Στάση δεύτερη πλατεία Γλυφάδας. Άλλοι δυο άτομα κατεβαίνουν. Το λεωφορείο της επαιτείας συνεχίζει τη διαδρομή του.

 Εκμετάλλευση.

Εγώ δε συνέχισα. Ήθελα να κάνω μια στάση στο Γιάννη. Από τους λίγους ζητιάνους που μιλούν ελληνικά και είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες μαζί σου. Καθόταν σε αναπηρικό καροτσάκι στην πλατεία Μοναστηρακίου. “Πόσα έβγαλες σήμερα; Λίγα”, μου απαντά. “50 ευρώ”. Ελάχιστα από τα χρήματα που βγάζουν τα κρατούν οι ίδιοι. Τα υπόλοιπα στο ενοίκιο και στο αφεντικό. Άλλωστε, πρέπει να αποπληρώσουν και τα έξοδα του ταξιδιού στην Ελλάδα, μου εξηγούν από την αστυνομία. Και ποιοι είναι τα αφεντικά; Κυρίως αλλοδαποί, ομοεθνείς των επαιτών.

 Δικαιολογία.

Ο Γιάννης έχασε τα πόδια του σε ατύχημα με αυτοκίνητο, στη Ρουμανία. Στην Ελλάδα, μου λέει, ήρθε για να βρει γιατρό, όχι για να ζητιανέψει. Του είπαν ψέματα. “Είναι η πιο συνηθισμένη δικαιολογία. Οι αρτιμελείς μπορεί να πέσουν θύματα αποπλάνησης. Να νομίζουν ας πούμε ότι έρχονται στην Ελλάδα για αγροτικές εργασίες. Οι ανάπηροι συνήθως, ξέρουν που θα πάνε και τι θα κάνουν. Δεν είναι ανυποψίαστοι, απλά δεν μπορούν να φανταστούν το καθεστώς της ζωής τους εδώ”, μου εξηγεί ο Γ. Βανικιώτης, διοικητής της υποδιεύθυνσης οργανωμένου εγκλήματος.

 Απάτη.

Άλλωστε, η σωματική αναπηρία είναι μεγάλο προσόν για τη βιομηχανία της επαιτείας. Και αν δεν είσαι ανάπηρος, υπάρχει λύση. Ξαναγυρίζω στο Μεταξουργείο. Πίσω από την πλατεία Καραισκάκη στην πόρτα μιας παλιάς αποθήκης, ένα χαρτάκι σε προιδεάζει: “Ζητούνται ανάπηροι”. Κάθε μέρα, από τις επτά το πρωί, αλλοδαποί όλων των ηλικιών, αρτιμελείς άντρες και γυναίκες μπαίνουν στην αποθήκη περπατώντας. Και βγαίνουν μεταμορφωμένοι σε ανάπηρους. Παίρνουν το καροτσάκι τους και ξεκινούν για δουλειά, ο καθένας για το δικό του πόστο. Επιστρέφουν αργά το απόγευμα, για να αφήσουν το πολύτιμο αξεσουάρ, στην αποθήκη.

Τι είναι η επαιτεία; Θέατρο δρόμου, ψεύτικη μητρική αγκαλιά, οικογενεικακή ανάγκη, ντροπή, κίνδυνος, εκμετάλλευση, δικαιολογία, καλοστημένη επιχείρηση, απάτη. Σε κανονικά ή σπαστά ελληνικά. Ή ακόμα, ένας αλλοδαπός που είδα, σε φανάρι της Αχαρνών να απλώνει το χέρι, προσποιούμενος τον άρρωστο. Στο αντίθετο ρεύμα μια γυναίκα πέφτει με το μηχανάκι της. Ο  ζητιάνος είναι ο μόνος που απλώνει και πάλι το χέρι αλλά αυτή τη φορά, για να βοηθήσει. Οι υπόλοιποι, πολύ βιαστικοί για να ασχοληθούν. Στην Ελλάδα των αλλοδαπών επαιτών, στην Ελλάδα της Ευρώπης που δεν επαιτεί ποτέ, οι ζητιάνοι είναι ένας άλλος κόσμος. Μακριά από μας, δηλαδή.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s